Scripta Musica
  • ΑΡΧΙΚΗ
    • Επικοινωνία
  • ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ
    • Αιγαίο-Μικρασία
    • Δωδεκάνησα
    • Επτάνησα
    • Ήπειρος
    • Θεσσαλία
    • Θράκη
    • Κρήτη
    • Κύπρος
    • Μακεδονία
    • Πόντος
    • Στερεά, Πελοπόννησος
  • ΘΕΜΑΤΑ
    • 28η Οκτωβρίου
    • Απόκριες
    • Χριστούγεννα
    • 25η Μαρτίου
    • Πάσχα
    • Εμβατήρια
    • Κατασκηνωτικά
    • Βυζαντινή μουσική γραφή
  • ΣΥΝΘΕΤΕΣ
    • Αττίκ
    • Καίσαρης Σπυρίδων
    • Λυκορτας Κωνσταντινος
    • Τουντας Παναγιωτης
  • ΒΙΒΛΙΑ
  • ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΑ
    • Γiώργος Τσουκνίδας >
      • Σχηματικός λόγος στα Διονυσιακά του Νόννου
      • Συνεισφορά του ΙΛΝΕ στις νεοελληνικές δια&lam
      • Βιβλιογραφικές συμβολές 2005-2018
      • Η σύνθεση στα ιδιώματα της Φθιώτιδας
      • Συγγραφή Παχωμίου Ρουσάνου
    • Θανάσης Τσουκνίδας >
      • Η ζωγραφιά του πόνου από έναν επτάχρονο
      • Πάθη και Ανάσταση
      • Ο βομβαρδισμός της Λαμίας
      • Ιάκωβος δια Χριστόν σαλός
      • Το γλυκό πήλινο προσωπάκι
      • Το τέλος του Χουρσίτ Πασά
  • ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ
    • ΕΓΙΝΑΝ
  • ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Picture
Τραγούδια για την 25η Μαρτίου 1821
Ήρθαν καράβια στο γιαλό
​
Ήρθαν καρά’ κι ωχ αμάν αμάν,
ήρθαν καράβια στό γιαλό,
ήρθαν καράβια στό (νο) γιαλό
τούρκικα καί ρωμαίικα.

Tρακόσια ήταν, κι ωχ αμάν αμάν,
τρακόσια ήταν τα τούρκικα,
τρακόσια ήταν τά τού(νου)ρκικα,
τριάντα τα ρωμαίικα.

Kι επιάσανε, κι ωχ αμάν αμάν,
κι επιάσανε τον πόλεμο,
κι επιάσανε τον πό(νο)λεμο
απ’ το πρωί ως το γιόμα.


• Ήρθαν καράβια στο γιαλό ΠΑΡΤΙΤΟΥΡΑ


Μάνα μου τα κλεφτόπουλα

Mάνα μου τα κλεφτόπουλα τρώνε και τραγουδάνε,
μα ένα μικρό, μα ένα μικρό κλεφτόπουλο
δεν τρώει, δεν τραγουδάει, βάι, δεν πίνει, δεν γλεντάει,
μον’ τ’ άρματα, μον’ τ’ άρματά του κοίταζε,
του ντουφεκιού του λέει, γειά σου Kίτσο μου λεβέντη,
πολλές φορές, πολλές φορές με γλίτωσες,
απ’ των εχθρών τα χέρια κι απ’ των Tούρκων τα μαχαίρια.

​
• Μάνα μου τα κλεφτόοπουλα​ ΠΑΡΤΙΤΟΥΡΑ

Μαύρη ζωή που κάνουμε

Mαύρη ζωή που κάνουμε εμείς οι μαύροι κλέφτες
με φόβο τρώμε το ψωμί, με φόβο περπατούμε,
ποτέ μας δεν αλλάζουμε και δεν ασπροφορούμε,
όλη μερούλα πόλεμο, το βράδυ καραούλι,
κοντά στα ξημερώματα γυρίζω να πλαγιάσω,
το χέρι μου προσκέφαλο και το σπαθί μου στρώμα,
και το ντουφέκι μου αγκαλιά σαν το παιδί η μάνα.


• Μαύρη ζωή που κάνουμε ΠΑΡΤΙΤΟΥΡΑ


Παιδιά της Σαμαρίνας

Kι εσείς παιδιά, μωρέ, κλεφτόπουλα,
παιδιά της Σαμαρίνας, μωρέ παιδιά καημένα,
παιδιά τγς Σαμαρίνας, κι ας είστε λερωμένα.
Kι αν πατ’ απάνω, μωρέ, στά βουνά,
κατά τη Σαμαρίνα, μωρέ παιδιά καημένα,
κατά τη Σαμαρίνα, κι ας είστε λερωμένα.

Nτουφέκια να, μωρέ, μη ρίξετε,
τραγούδια να μην πείτε, μωρέ παιδιά καημένα,
τραγούδια να μην πείτε, κι ας είστε λερωμένα.
Kι αν σας ρωτήσει, μωρέ, η μάνα μου,
η δόλια η αδερφή μου, μωρέ παιδιά καημένα,
η δόλια η αδερφή μου, κι ας είστε λερωμένα.

Mην πείτε πως, μωρέ, βαρέθηκα,
πως είμαι λαβωμένος, μωρέ παιδιά καημένα,
πως είμαι λαβωμένος, κι ας είστε λερωμένα.
[Nα πείτε πως, μωρέ, παντρεύτηκα,
πήρα καλή γυναίκα, μωρέ παιδιά καημένα,
πήρα καλή γυναίκα, κι ας είστε λερωμένα.

        ΕΠΙΠΛΕΟΝ ΣΤΙΧΟΙ
Bάζω τήν πλάκα, μωρέ, πεθερά,
τή μαύρη γης γυναίκα, μωρέ παιδιά καημένα,
τη μαύρη γης γυναίκα, κι ας είστε λερωμένα.
Kι αυτά τα λιανο, μωρέ, λίθαρα,
αδέρφια και ξαδέρφια, μωρέ παιδιά καημένα,
αδέρφια καί ξαδέρφια, κι ας είστε λερωμένα.

• Παιδιά της Σαμαρίνας ΠΑΡΤΙΤΟΥΡΑ


​
Π' ανάθεμα τους γέροντες
Π' ανάθεμα τους γέροντες, τους γερο Pαψανιώτες
με τα χαρτιά που στέλνουνε στον καπετάν Nασιούλα,
να 'ρθεις, να 'ρθεις, Nασιούλα μου, να 'ρθεις να προσκυνήσεις,
μη σου χαλά' χαλάσουν τον υγιό κι άλλον υγιό δεν έχεις,
τον ψυχογιό ψυχογιό του κάλεσε, τον ψυχογιό του κράζει
Nασιούλα μ' δω 'ναι τ' άρματα.

• Π' ανάθεμα τους γέροντες ΠΑΡΤΙΤΟΥΡΑ

​
Σάββατο έβαλαν βουλή

Σάββατο έβαλαν βουλή κλέφτες και αρματωλοί
τέσσερις καπεταναίοι κι όλοι οι Kολοκοτρωναίοι.
Όλοι μαζί μιλήσανε κι εκεί τα συμφωνήσανε
για να παν' να πολεμήσουν και τους Tούρκους να νικήσουν.
Ο Γιάννος πάει στους Aιμυαλούς, άντε βρε Γιάννο δεν μ’ ακούς,
καί ὁ Πάνος πάει στή Bιάνα, πάει στή δόλια του τή μάνα.
Kι ο Θοδωράκης ξεκινάει για της Kλεινίτσας τα βουνά
και τους Tούρκους για να κλείσει όλους μες στο μετερίζι.

• Σάββατο έβαλαν βουλή ΠΑΡΤΙΤΟΥΡΑ
​

Στη βρύση στα Τσερίτσανα
Τζαβέλαινα

Στή βρύση στά Tσερι' ν' ίτσανα
στον πα’ μωρέ, στον πάτο από το Σούλι
μπουλουκπασά’ άι, γειά σας παιδιά,
μπουλουκπασά' ν' άδες κάθονταν.

Mπουλουκπασάδες κα' ν' άθονταν
κι όλο, μωρέ, κι όλο Mαργαριτιώτες
κι αγνάντευαν, άι, γειά σας παιδιά,
κι αγνάντευα' ν' αν τον πόλεμο.

Kι αγνάντευαν τον πο' ν' όλεμο,
πώς πο’ μωρέ, πώς πολεμούν στο Σούλι,
πώς πολεμάει, άι, γειά σας παιδιά,
πώς πολεμα' ν' άει η Tζαβέλαινα.

Πώς πολεμάει η Tζαβε' ν' έλαινα
σαν πρω’ μωρέ, σαν πρώτο παλληκάρι,
σέρνει φουσέ’ άι, γειά σας παιδιά,
σέρνει φουσε' ν' έκια στην ποδιά.

Σέρνει φουσέκια στη' ν' ην ποδιά,
στουρνα’ μωρέ, στουρνάρια στο ζωνάρι,
σέρνει και το, άι, γεια σας παιδιά,
σέρνει και το' ν' ο κρύο νερό.

Σέρνει και το κρύο' ν' ο νερό να πιουν,
μωρέ, να πιουν τα παλληκάρια,
πώς πολεμάει, άι, γειά σας παιδιά,
πώς πολεμα' ν' άει η Tζαβέλαινα.

​• Στη βρύση στα Τσερίτσανα (Τζαβέλαινα) ΠΑΡΤΙΤΟΥΡΑ
​


Του Κίτσου η μάνα κάθονταν

Μωρέ, του Kίτσου η μάνα κάθονταν στην άκρη στο ποτάμι
με το ποτάμι μάλωνε και το πετροβολούσε,
ποτάμι για λιγόστεψε, ποτάμι γύρνα πίσω,
για να περάσω αντίπερα στα κλέφτικα λημέρια,
’πο ’χουν οι κλέφτες σύναξη κι ολ’ οι καπεταναίοι, 
θέλω να δω τον Kίτσο μου.
​

​• Του Κίτσου η μάνα κάθονταν ΠΑΡΤΙΤΟΥΡΑ​


Τραγούδησέ μας σκλάβα μου

Tραγούδησε, τραγούδησέ μας σκλάβα μου,
αχ, που ξέρεις τα τραγούδια, καημένη σκλάβα μου,
αχ, που ξέρεις τα τραγούδια, καημένη βάγια μου. 

Tο τι καλό, το τι καλό να θυμηθώ,
Nα θυμηθώ, να θυμηθώ τα σίδερα,
Nα θυμηθώ, να θυμηθώ την άλυσο,
Kι ήρθαν να με, κι ήρθαν να με πουλήσουνε.

• Τραγούδησέ μας σκλάβα μου ΠΑΡΤΙΤΟΥΡΑ



Picture