Scripta Musica
  • ΑΡΧΙΚΗ
    • Επικοινωνία
  • ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ
    • Αιγαίο-Μικρασία
    • Δωδεκάνησα
    • Επτάνησα
    • Ήπειρος
    • Θεσσαλία
    • Θράκη
    • Κρήτη
    • Κύπρος
    • Μακεδονία
    • Πόντος
    • Στερεά, Πελοπόννησος
  • ΘΕΜΑΤΑ
    • 28η Οκτωβρίου
    • Απόκριες
    • Χριστούγεννα
    • 25η Μαρτίου
    • Πάσχα
    • Εμβατήρια
    • Κατασκηνωτικά
    • Βυζαντινή μουσική γραφή
  • ΣΥΝΘΕΤΕΣ
    • Αττίκ
    • Καίσαρης Σπυρίδων
    • Λυκόρτας
    • Τούντας
  • ΒΙΒΛΙΑ
  • ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΑ
    • Γiώργος Τσουκνίδας >
      • Σχηματικός λόγος στα Διονυσιακά του Νόννου
      • Συνεισφορά του ΙΛΝΕ στις νεοελληνικές δια&lam
      • Βιβλιογραφικές συμβολές 2005-2018
      • Η σύνθεση στα ιδιώματα της Φθιώτιδας
      • Συγγραφή Παχωμίου Ρουσάνου
    • Θανάσης Τσουκνίδας >
      • Η ζωγραφιά του πόνου από έναν επτάχρονο
      • Πάθη και Ανάσταση
      • Ο βομβαρδισμός της Λαμίας
      • Ιάκωβος δια Χριστόν σαλός
      • Το γλυκό πήλινο προσωπάκι
      • Το τέλος του Χουρσίτ Πασά
  • ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ
  • ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Κύπρος
Χρυσοπράσινο φύλλο ριγμένο στο πέλαγο…

​Περισσότερα για την Κύπρο στην ελληνική βικιπαίδεια.

Picture
Alexander-Michael Hadjilyra - ​CC BY 3.0, https://commons.wikimedia.org/w/index.php?curid=7986046

Picture

Παρτιτούρες δημοτικών τραγουδιών της Κύπρου

​

Αγαπώ την τζ’ αγαπά με

Αγαπώ την τζ’ αγαπά με,
θέλω την τζαι θέλει με,
τζι’ αν θελήσουν οι γονιοί μας
παίρνω την τζαί παίρνει με.

Αγαπά με τζ’ αγαπώ την
σαν τα μάθκια μου τα θκυό,
τζιαι α’ με δεχθείς μανούλα,
φέρε μου ψατζή να πκιω.

Έθελα να 'ρτω το βράδυ
τζ' έπκιασεν  ψιλή βροχή,
τον Θεόν επαρακάλουν
για να σ’ εύρω μοναχή. 

Αγαπώ την τζ’ αγαπά με,
τζ’ έχουμέ το στο κρυφόν,
τζ’ αν δεχθούσιν οι γονιοί μας
θε’ να κάμουμε χωρκόν.

ψατζή = δηλητήριο, μτφ. κρύο​
• Αγαπώ την τζ' αγαπά με ΠΑΡΤΙΤΟΥΡΑ


Έσυρα το μήλον

Έσυρα το μήλον πάνω στή μηλιάν
τσι’ επέσασι τα φύλλα τσι’ εμείναν τα κλωνιά.

Έσυρα το μήλον πά’ στη συκαμιάν,
τσι’ είπε μου εν’ νά ’ρτει τσιείνη τσι’ άλλη μια.

Έσυρα το μήλον πά’ στην τερατσιάν,
τσι’ ένεψα της μιάλης
τσι’ ήρτεν η μιτσιά.

Έσυρα το μήλον πα’ στο δώμαν της,
τσι’ είπεν μου εν’ να ’ρτει με το στόμαν της.


• τερατσιά = χαρουπιά
• μιάλη = μεγάλη
• μιτσιά = μικρή
• Έσυρα το μήλον ΠΑΡΤΙΤΟΥΡΑ 


Η βράκα
Ε, σαρανταδκυό πήχες πανίν, Χ2 
εκάμαν μου, εκάμαν μου μια βράκαν, 
τη γέρημην τη βράκαν που κάμνει τρίκι τράκα,
ε, τζ' ήρτεν ο κάβαλλος μακρύς,
τζ' εσάριζεν, τζ' εσάριζεν την στράταν. 

Τη γέρημην τη βράκαν που κάμνει τρίκι τράκα, 
τη βράκα μου στη λίμνην τζαι πκοιος να μου την πλύνει, 
τζαι πκοιος να την απλώσει  στον ήλιο να στεγνώσει, 
τζαι πκοια εν' τζείνη η άξια πο' να τη σιερώσει, 
τη βράκα μου την τόσην, τζαι πκοια 'ν' να τη διπλώσει.

Ε, τζ' ήμουν δεκατριώ χρονώ,
τζ' εφόρουν την, τζ' εφόρουν τη βρακού μου, 
τη γέρημην τη βράκαν που κάμνει τρίκι τράκα,
ε, τζ' εγύριζα μες στο χωρκόν,
κρυφά απ' τους χω' κρυφά 'π' τους χωρκανούς μου. 

Tη γέρημην τη βράκαν…

Ε, παρά να πάρεις άνθρωπον,
τζαι να 'ν' τζαι με, τζαι να 'ν' τζαι με την βράκαν, 
τη γέρημην τη βράκαν που κάμνει τρίκι τράκα,
ε, καλύτερα πανταλονάν,
τζ' ας εν' με την, τζ' ας εν' με την κομάταν.

Tη γέρημην τη βράκαν…

• Η βράκα ΠΑΡΤΙΤΟΥΡΑ​

Καράβι καραβάκι

Καράβι καραβάκι που πας γιαλό γιαλό,
σταμάτησε λιγάκι δυο λόγια να σου πω.
Αν πας για το Βαρώσι, που τόσο λαχταρώ,
χαιρέτα το και πες του, ποτέ δεν το ξεχνώ.
Μ’ αν πας για της Κερύνειας τον όμορφο γιαλό,
πανάκι θε’ να γίνω, μαζί σου για να ’ρθω.


• Καράβι καραβάκι ΠΑΡΤΙΤΟΥΡΑ

​

Τέσσερα παλληκάρια

Τέσσερα τζιαι τέσσερα γίνουνται οκτώ,
τέσσερα παλληκάρια πάνε στον πόλεμο.

Στον δρόμον που πηγαίνασιν επεινάσασι
τζ’ εκάτσασιν να φάσιν τζιαι εδιψάσασι.

Γυρεύουν να ’βρουν βρύσιν απάνω στο βουνό
τζ’ ηύρασιν έναν λάκκον των εκατώ ορκών.

Ερίξαν το λαχνίν τους πκιος εν’ να κατεβεί
τζιαι έπεσεν η μοίρα πα’ στο μικρό παιδί.

Δέστε με αδέρκια μου τζι’ εγιώ να κατεβώ
μες στο ερημολάτσιν, να βκάλω το νερόν.

Τζιαι τότε τα αδέρκια του τον σφικτοδέσασιν,
μες στο ερημολάτσιν τον κατεβάσασιν.

Εβκάρτε με αδέρκια μου γιατ’ είδα το νερόν,
εν’ κότζινον τζιαι μαυρον μα τζιαι φαρματσερόν.

Ώσπου να τον τραβήξουσιν τζιαι να τον βκάλουσιν
οι όφεις τζιαι τα φίδκια τον μισοφάγασιν.

Οπόταν επιστρέψετε εις την πατρίδα μου
να τρώτε τζιαι να πίνετε εις την υγείαν μου.

Να πείτε της μανούλας μου στα μαύρα να ντυθεί
γιατί τον γιον της τον μιτσήν έθθα τον ξαναδεί.


• Τέσσερα παλληκάρια ΠΑΡΤΙΤΟΥΡΑ


Τηλλυρκώτισσα

Έσι έ(βερεβε)ναν ά(βαραβα)στρον τζαι (βερεβε) μιτσίν
μες στου(βουρουβου)ς επτά (βαραβα) πλανή(βηρηβη)τες
μα(βαρα)βρομά(βαρα)τα μου.

Tζαι πκιά(βαραβα)σαν με (βερεβε) μες στη(βηρηβη)ν καρκιάν
τα λό(βοροβο)για που (βουρουβου) μου εί(βειρειβει)πες
για(βαρα)λλουρού(βουρου)δα μου.

Eπή(βηρηβη)αν τζ' εί(βειρειβει)παν τη(βηρηβη)ς πελλής
πως ε(βερεβε)ν να πά(βαραβα)ω πέ(βερεβε)ρα,
μα(βαρα)βρομά(βαρα)τα μου.

Tζαι μά(βαραβα)εψε(βερεβε)ν τη θά(βαραβα)λασσαν
τζαι σή(βηρηβη)κωσε(βερεβε)ν αέ(βερεβε)ρα
για(βαρα)λλουρού(βουρου)δα μου.


• Τηλλυρκώτισσα ΠΑΡΤΙΤΟΥΡΑ​

Τρεις καλοήροι Κρητικοί

Τρεις καλογέροι Κρητικοί και τρεις απ’ τ’ Άγιον Όρος
καράβιν αρματώσανε, με το Χριστός ανέστη
και με το Κύριε ελέησον, στην Κρήτη για να πάσι 
κι ο ναύτης τους αρρώστησε στου καραβιού την πλώρη.

Δεν έχει μάνα να τον κλαι' κύρη να τον λυπάται, 
μητ' αδερφό, μητ' αδερφή να τον μοιρολοάται,
τον κλαίει ο καπετάνιος του, τον νιο, το παλληκάρι, 
ασήκου πάνω ναύτη μας, σήκου να κουμπασάρεις. 

Πκιάστε με για να σηκωθώ και βάρτε με να κάτσω 
και φέρτε μου τη χάρτα μου, τον αργυρόν κουμπάσο,
να κουμπασάρω τον καιρόν, να βγούμε σε λιμάνι, 
θωρείτε εκείνα τα βουνά, ανάμεσα να πάτε. 

Δεξιά ρίξτε την άγκυρα κι αριστερά εμέναν, 
κι εσείς μικρά ναυτόπουλα να βγάλετε το μνήμα,
να μεν το βγάλετε μακρά, κοντά στο παραγιάλι, 
να μ' αχτυπούν τα κύματα, να 'χω δροσιάν μεγάλη,
να μ' αχτυπούν τα κύματα.

• Τρεις καλοήροι Κρητικοί ΠΑΡΤΙΤΟΥΡΑ
Picture